Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Θέσεις για την εξωτερική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και του ΔΗΚΚΙ.

Ο πρόεδρος της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ μίλησε την Τετάρτη 12-11-14, στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ

Η ομιλία του προέδρου της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα για τα Εθνικά Θέματα:
Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Δεν έχει πια κανένας το δικαίωμα να λέει ότι δεν γνωρίζει που βαδίζουμε και που μας οδηγεί η κυβέρνηση Σαμαρά.
Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον είναι η στιγμή όλοι οι πολίτες να αναρωτηθούν:
Είναι δυνατό μια κυβέρνηση χωρίς κανένα κύρος, χωρίς τη λαϊκή αποδοχή, χωρίς καμιά διάθεση αντίστασης και διαπραγμάτευσης, να εκπροσωπεί αυτή τη στιγμή μια κοινωνία και μια χώρα σε κατάσταση υψηλού κινδύνου;
Είναι δυνατό μια πολιτική παθητικής αποδοχής εντολών να οδηγήσει την Ελλάδα στην ασφάλεια, στην ανάκαμψη, στην ανάπτυξη, σε στοιχειώδη έστω κοινωνική δικαιοσύνη;
Είναι δυνατό να επενδύσει κανείς οποιαδήποτε ελπίδα σωτηρίας στις ίδιες πολιτικές δυνάμεις, ακόμα και στα ίδια πρόσωπα, στις ίδιες λογικές, στις ίδιες γερασμένες και εν πολλαίς αμαρτίαις πεσούσες, κομματικές και οικονομικές ελίτ, που οδήγησαν τη χώρα στη δίνη της κρίσης και ύστερα στη σημερινή τραγωδία εν ονόματι της αντιμετώπισης της κρίσης;
Και κάτι περισσότερο και ακόμα πιο κρίσιμο: Είναι δυνατό, σε μια στιγμή που οι γεωπολιτικές ισορροπίες αλλάζουν, που η Άγκυρα προκαλεί με κινήσεις Μπαρμπαρός, που συμμαχίες και μέτωπα στην περιοχή μας επανακαθορίζονται, να αποφασίζει για μας, χωρίς εμάς, μια κυβέρνηση φθαρμένη όσο δεν παίρνει, εξαρτημένη όσο δεν παίρνει, ανασφαλής όσο δεν παίρνει;
Και επιτρέψτε μου σε αυτό το σημείο μια αναφορά στις σοβαρές εξελίξεις και στις εστίες κρίσης στην ευρύτερη περιοχή μας.
Καταρχάς να επαναλάβω ότι η αποστολή από πλευράς της Τουρκίας ερευνητικού σκάφους, συνοδευόμενου από πολεμικά πλοία, προκειμένου να διεξάγει σεισμικές έρευνες στην κυπριακή ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, αποτελεί απροκάλυπτη παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας που κατοχυρώνονται από το διεθνές δίκαιο.
Και αυτή η προκλητική παραβίαση πρέπει άμεσα να τερματιστεί.
Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να στέκεται στο πλάι της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Κυπριακού λαού, καθιστώντας σαφές ότι ο μόνος δρόμος για επίλυση των διαφορών στην περιοχή είναι ο διάλογος και ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου.
Και όχι η δημιουργία τετελεσμένων μέσω μονομερών προκλητικών ενεργειών.
Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να εξαντληθεί κάθε διπλωματική δυνατότητα ώστε η Τουρκία να προβεί στην ουσιαστική κίνηση εκείνη η οποία θα αποκλιμακώνει την ένταση, προκειμένου να ξαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις.
Η επικοινωνία με την Τουρκική πλευρά είναι απαραίτητη ώστε να καταστούν σαφείς οι σοβαρές συνέπειες που θα είχε μια διεύρυνση της έντασης.
Αλλά και για να επιδιωχθεί η αποκλιμάκωση.
Το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας δεν είναι απλά ένας δίαυλος επικοινωνίας.
Είναι ένα καίριο εργαλείο για την ανάπτυξη των σχέσεων των δύο κρατών.
Η σύγκλησή του απαιτεί τη κατάλληλη προετοιμασία αλλά και τη κατάλληλη χρονική συγκυρία, ώστε το εργαλείο αυτό να αξιοποιηθεί σωστά και να έχει αποτελέσματα.
Να συνεισφέρει στην αποκλιμάκωση της έντασης και στην ενίσχυση των σχέσεων, με σύναψη ουσιαστικών συμφωνιών.
Και όχι απλά να ενταχθεί σε μια επικοινωνιακή λογική επικάλυψης της έντασης, με σωρεία ανούσιων διακηρύξεων.
Παράλληλα, και ειδικά σε αυτό το περιβάλλον ρευστότητας, η ενίσχυση της συνεργασίας της Ελλάδας και της Κύπρου με τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Η συνεργασία αυτή, όμως, πρέπει σταθερά να προσανατολιστεί, όχι στην κλιμάκωση της έντασης και στη γεωπολιτική πόλωση, αλλά στην κατοχύρωση της ειρήνης της συνεργασίας και της σταθερότητας.
Στο να καταστούν σαφή προς όλους, τα οφέλη της συνεργασίας επί τη βάσει τους διεθνούς δικαίου.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και τα γεγονότα στα Δυτικά Βαλκάνια, όπου ο εθνικισμός επιβαρύνει την προσπάθεια επίλυσης των προβλημάτων της περιοχής, μεταξύ των οποίων και του ζητήματος της ονομασίας της ΠΓΔΜ.
Ούτε η κατοχύρωση των εθνικών συμφερόντων της Ελλάδας στην περιοχή, ούτε ο αυτόνομος ρόλος της ως προς την ευρωπαϊκή προοπτική Δυτικών Βαλκανίων, είναι σήμερα δεδομένοι.
Απαιτούν απτές και όχι επικοινωνιακές πρωτοβουλίες σε όλα τα επίπεδα μεταξύ των οποίων είναι και η ενίσχυση της Διαβαλκανικής Συνεργασίας.
Την ίδια στιγμή, η ενίσχυση των Τζιχαντιστών στην περιοχή, που οδηγεί στην επιδείνωση του αιματηρού εμφυλίου πολέμου στην Συρία, στην διάλυση του Ιράκ και στην πολιτειακή κατάρρευση της Λιβύης, αποτελεί εξαιρετικά ανησυχητική εξέλιξη.
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό στο πλαίσιο του αγώνα κατά των Τζιχαντιστών, να υποστηριχτούν οι Κουρδικές δυνάμεις στη προστασία του Κομπάνι.
Μιας πόλης που αποτελεί μοντέλο και πρότυπο διαπολιτισμικής συμβίωσης, ανεξιθρησκίας και ισότητας των φύλων, στη Μέση Ανατολή.
Το Κομπάνι είναι επιτακτική ανάγκη να κρατήσει και για αυτό χρειάζεται τη στήριξη και την αλληλεγγύη μας.
Το ίδιο επιτακτική είναι και η ανάγκη για μια συγκροτημένη ελληνική στρατηγική που να αξιοποιεί το διπλωματικό και πολιτισμικό κεφάλαιο της Ελλάδας στην περιοχή.
Γενικότερα η χώρα χρειάζεται εξωτερική πολιτική που να ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ ΔΥΝΑΜΙΚΑ εντός, και πέρα από την ΕΕ καθώς και στις διμερείς της σχέσεις.
Που να προωθεί ΕΝΕΡΓΑ τα συμφέροντα της Ελλάδας και να ενισχύει τον διεθνή της ρόλο.
Αυτήν την εξωτερική πολιτική θα υλοποιήσει μια Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Θέσεις του ΔΗΚΚΙ για τα Εθνικά θέματα Εξωτερικής Πολιτικής

Τετάρτη, 08 Ιούνιος 2011 09:08
Ζητάμε να εφαρμοστούν το Διεθνές Δίκαιο και οι Διεθνείς Συμβάσεις τόσο στο Αιγαίο, όσο και στην Κύπρο
Αγωνιζόμαστε για την αποχώρηση των Τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο, απορρίπτοντας κατηγορηματικά το σχέδιο Ανάν για την επίλυση του Κυπριακού, γιατί με αυτό νομιμοποιείται η παρουσία ξένων στρατευμάτων και εποίκων στο νησί και καταργείται η ανεξαρτησία του, αφού θα διοικείται από συμβούλια ξένων δήθεν εγγυητών. Όπως έχουμε τονίσει, το Κυπριακό ζήτημα είναι ένα διεθνές πρόβλημα παράνομης εισβολής και κατοχής από μια τρίτη χώρα, τη Τουρκία, τμήματος του εδάφους ενός ανεξάρτητου κράτους, της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η επικύρωση της ένταξης της Κύπρου και όχι της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση όχι μόνο δεν έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την δίκαιη λύση του Κυπριακού, αλλά αντίθετα μπορεί να δημιουργήσει σοβαρότατα αρνητικά προβλήματα, αφού συνδέεται η λύση του Κυπριακού με το απαράδεκτο σχέδιο Ανάν, το οποίο εάν ποτέ εφαρμοστεί θα μετατρέψει την Κυπριακή Δημοκρατία από ανεξάρτητο κράτος σε ένα ιδιότυπο νεοαποικιακό έκτρωμα, με δύο ανεξάρτητα συστατικά κράτη και με επικυριαρχία του Αγγλοαμερικανικού παράγοντα
Αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε το όνομα "Μακεδονία" στη Δημοκρατία των Σκοπίων και διαμαρτυρόμαστε για την αναγνώρισή της με αυτό το όνομα από τις Η.Π.Α
Να δοθεί οικονομική στήριξη και να εμπεδωθεί το αίσθημα ασφάλειας στις ακριτικές περιοχές. Να καθοριστεί η μεταναστευτική πολιτική σε σταθερή βάση και σε συνεννόηση με τις γειτονικές χώρες και να μην χρησιμοποιούνται οι μετανάστες για τις ψηφοθηρικές ανάγκες του εκάστοτε κυβερνώντος
Να θεμελιώσουμε μια νέα Εθνική - Λαϊκή ενότητα, που θα πρέπει να στηρίζεται στις κοινωνικές δυνάμεις της εργασίας, της παραγωγής και του πολιτισμού
Να στηριχθεί ουσιαστικά ο ελληνισμός απανταχού της γης
Οι Θέσεις μας για την Εξωτερική Πολιτική και τα Εθνικά μας Θέματα
Είναι βέβαιο ότι, με την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον κ. Σημίτη, σημειώθηκε ριζική στροφή της πολιτικής, με κύριο χαρακτηριστικό την εγκατάλειψη βασικών θέσεων, που διέκριναν την ελληνική εξωτερική πολιτική, για δεκαετίες.
Οι βασικές αυτές θέσεις, που πλέον δεν ισχύουν στην αξιολόγηση της Κυβέρνησης, προέρχονταν από το αξίωμα, ότι η Τουρκία έχει επεκτατικές προθέσεις απέναντι στη χώρα μας, και η απόλυτη προτεραιότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ήταν η αποτροπή αυτού του κινδύνου.Η ευρωπαϊκή, η βαλκανική και η μεσογειακή πολιτική της χώρας, είχε βεβαίως σειρά στόχων, στρατηγικών και τακτικών, αλλά σαν απόλυτα ιεραρχημένη προτεραιότητα, είχε τη διασφάλιση της εθνικής ακεραιότητας, με τη δημιουργία, κατά το εφικτό, συσχετισμών αποτροπής του τουρκικού επεκτατισμού.
Αυτή η θεώρηση πραγμάτων, είχε αναμφίβολα το κόστος της και σε συμπάθειες από ξένες Δυνάμεις, αλλά και καθαρό οικονομικό, σε αμυντικές δαπάνες. Φυσικό, άλλωστε, αφού στις προτεραιότητες άλλων και μάλιστα υποτιθέμενων εταίρων και φίλων, η Τουρκία έχει το προβάδισμα, γιατί αυτό υπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα στην περιοχή. Είχε, βέβαια και προσωπικό κόστος για κάποια πολιτικά πρόσωπα, αλλά δεν είναι της ώρας να τα μνημονεύσουμε.
Με τον κ. Σημίτη, η ιεράρχηση έχει μεταβληθεί. Η αντιμετώπιση της Τουρκίας δεν θεωρείται το μείζον. Δεν έχει απόλυτη προτεραιότητα. Οι τουρκικές διεκδικήσεις θεωρούνται διαπραγματεύσιμες διαφορές, έστω βήμα-βήμα.
Στην Τουρκία αναγνωρίζονται ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα στο Αιγαίο - (βλέπε το σύμφωνο Μαδρίτης). Οι συνθήκες Λοζάννης και Παρισίων αναγνωρίζονται σαν κείμενα, που επιδέχονται πολλαπλές ερμηνείες.Το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου πρέπει να εγκαταλειφθεί, γιατί δημιουργεί δυσκολίες συνεννόησης και διαπραγμάτευσης με την Τουρκία.
Το Κυπριακό, αποτελεί παρενόχληση, που, όπως-όπως, πρέπει να κλείσει.Τι έχει μπει στη θέση όλων αυτών;Τι έχει για τον κ. Σημίτη και την Κυβέρνησή του απόλυτη προτεραιότητα; Η ονομαστική σύγκλιση με τα κριτήρια του Μάαστριχτ και την εξαθλίωση του ελληνισμού.
Για να μπούμε στην ΟΝΕ, για να πείσουμε το Διευθυντήριο να μας βάλει, διαπραγματευόμαστε τα πάντα. Αρκεί, να μην ενοχληθούν και μας απορρίψουν. Αυτή είναι η εθνική επιτυχία, που αξίζει κάθε θυσία.
Ελπίζαμε, ότι ο ολέθριος χειρισμός της κυβέρνησης τη νύχτα της κρίσης των Ιμίων, οφείλονταν σε λάθος, σοβαρό μεν, αλλά λάθος και συνεπώς αναστρέψιμο.
Σήμερα, πιστεύουμε, ότι δεν πρόκειται περί αυτού, αλλά ότι ήταν η έναρξη της νέας περιόδου.
Ήταν το πρώτο δείγμα της νέας πολιτικής. Ήταν συνειδητή επιλογή. Γι΄ αυτό, θεωρούμε την κυβέρνηση επικίνδυνη για τα εθνικά συμφέροντα.
Η κυβέρνηση έχει μεγιστοποιήσει σε απόλυτο βαθμό, τη λεγόμενη σύγκλιση, σύμφωνα με τα κριτήρια του Μάαστριχτ. Αυτό το είδος σύγκλισης, το έχει ονομάσει Ευρωπαϊκή Πολιτική, υποβαθμίζοντας παράλληλα τις δύο άλλες πολιτικές, τη βαλκανική και τη μεσογειακή, όπως και όλη την πολιτική αποτροπής και ανάσχεσης του τουρκικού επεκτατισμού.
Τα προβλήματα στο Αιγαίο, σε μεγάλο βαθμό, επιδεινώνονται σε βάρος μας από αυτή τη θεώρηση πραγμάτων.
Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, όμως, οφείλει να έχει τρεις συνιστώσες, άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, την Ευρωπαϊκή, τη Βαλκανική και τη Μεσογειακή. Όταν μία από αυτές τις συνιστώσες παραλείπεται ή υποβαθμίζεται, τότε, ανεξαρτήτως προθέσεων, τα εθνικά συμφέροντα υπονομεύονται.
Θα εξηγήσουμε, πολύ σύντομα, πώς έχουν κατά την άποψή μας τα πράγματα και γιατί καταλήγουμε σε αυτό το συμπέρασμα.Θα αναπτύξουμε δηλαδή, ποια πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να είναι η εξωτερική πολιτική που προάγει τα εθνικά συμφέροντα, ενσωματώνοντας σε αυτήν και τον ύψιστο στόχο, την ανάσχεση του τουρκικού επεκτατισμού.
Παράλληλα, θα αναπτύξω, γιατί η δήθεν Ευρωπαϊκή πολιτική της Κυβέρνησης, για την οποία θυσιάζει ύψιστα εθνικά συμφέροντα, είναι, εκτός των άλλων, και ένα τεράστιο λάθος.
Σε ό,τι αφορά πρώτα την Ευρωπαϊκή Πολιτική.
Είναι γεγονός, ότι στο λεγόμενο Διευθυντήριο των Βρυξελλών, υπήρχαν πάντοτε δύο στρατηγικές για το μέλλον της Ευρώπης. Μία στρατηγική του άξονα Βερολίνο-Παρίσι.
Αυτή στοχεύει, για λόγους που δεν είναι της ώρας να αναπτύξουμε, σε ένα είδος πολιτικής ένωσης της Ευρώπης.
Μια δεύτερη, όμως, στρατηγική, με κέντρο το Λονδίνο, αλλά με "ατλαντικό βάθος", στοχεύει σε μια Ευρώπη που θα είναι ένας ενιαίος χώρος ελευθέρων συναλλαγών, με στενές σχέσεις με την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Δηλαδή, με τις ΗΠΑ.
Κάθε στρατηγική έχει ιδιαίτερες απόψεις για την κοινή ευρωπαϊκή εξωτερική και αμυντική πολιτική.
Στην πορεία της Ευρώπης προς το ακόμη αδιευκρίνιστο μέλλον της, έγινε ένας διπλός συμβιβασμός.
Το Λονδίνο δέχθηκε τη συνθήκη του Μάαστριχτ και την ΟΝΕ, λαμβάνοντας σαν αντάλλαγμα από την άλλη πλευρά, δηλαδή από το Βερολίνο και το Παρίσι, την έγκριση για τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη νέα συμφωνία της GATT ή τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου ή αλλιώς στην παγκοσμιοποίηση των οικονομιών. Κάτι που ήταν βασική αμερικανική απαίτηση.
Βέβαια για να είναι σίγουρη η Βρετανία, ότι τα υπεσχημένα θα τηρηθούν, αυτοεξαιρέθηκε από την ΟΝΕ, μαζί με τη Δανία και τη Σουηδία. Και παρά τα όσα κάποιοι διέδιδαν μετά τη νίκη των Εργατικών, η θέση αυτή της Βρετανίας επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από τον Υπουργό Οικονομικών της Βρετανίας, ότι δηλαδή, τουλάχιστον μέχρι το 2002, δεν υπάρχει θέμα συζήτησης για ένταξη της Βρετανίας στην ΟΝΕ.
Μέχρι το 2002, όμως, ελπίζει η Βρετανία, να έχει ολοκληρωθεί θεσμικά η παγκοσμιοποίηση των οικονομιών, οπότε, στο βαθμό που όλος ο κόσμος γίνει ενιαία αγορά, η ΟΝΕ μικρό ρόλο θα παίξει, όπως και η ένταξη μιας χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αν υπάρξουν αντιστάσεις στην παγκοσμιοποίηση, τότε το ατλαντικό σκέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά, από απηνή πόλεμο επιτοκίων και ισοτιμιών προς το Ευρώ, θα πάρει τις αποφάσεις του για το τι συμφέρει. Πάντως, μαλακό Ευρώ, άρα πολλά μέλη στην ΟΝΕ, κάνει τον οικονομικό πόλεμο πιο εύκολο για τους Βρετανούς.Αυτός άλλωστε είναι ο φόβος της Μπούντεσμπανκ, που απαιτεί σκληρό Ευρώ και άρα λίγα μέλη.
Η επόμενη προεδρία της Βρετανίας είναι πολλαπλά σημαντική για το μέλλον της Ευρώπης.
Τα παραπάνω, σημαίνουν ότι η ΟΝΕ με τα μέλη που τελικά θα ενταχθούν, θα αποτελέσει τον ένα κύκλο και ότι θα υπάρξει και δεύτερος με κέντρο το Λονδίνο.Σίγουρα, όμως, θα υπάρξει και τρίτος με τα μέλη που θα προκύψουν από τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ας έλθουμε τώρα στα δικά μας.
Εφόσον το σκληρό ή μαλακό Ευρώ και άρα η αυστηρή ή λιγότερο αυστηρή τήρηση των κριτηρίων του Μάαστριχτ είναι θέμα τελικά πολιτικής επιλογής και όχι οικονομικής και σίγουρα δεν οδηγεί στην απομόνωση, ρωτάμε εύλογα τον κ. Πρωθυπουργό και την κυβέρνησή του.
Τι ανταλλάγματα έλαβε π.χ. στα εθνικά θέματα για να υιοθετήσει την ένταξη στην ΟΝΕ, που είναι de facto εναρμόνιση με τις γαλλογερμανικές θέσεις;
Και το ερώτημα είναι ανεξάρτητο από την οικονομική διάσταση και τις θυσίες, στις οποίες υποβάλλεται ο Ελληνικός λαός και το αδιέξοδο της συγκεκριμένης οικονομικής πολιτικής.
Η Ευρωπαϊκή πολιτική, παρά τα όσα θέλει η κυβέρνηση να μας κάνει να πιστέψουμε, βλέπουμε ότι είναι κυρίως πολιτική και λιγότερο οικονομία, άλλο αν οι γνωστοί πολιτικοί και οι Κυβερνώντες θέλουν να δώσουν στην εξαρτημένη πολιτική τους, περιεχόμενο ιστορικής αναγκαιότητας.Όποιος, όμως, δεν μπορεί, να φύγει, πριν είναι αργά για τη χώρα μας και γι΄ αυτόν.
Ας έλθουμε τώρα στα Βαλκάνια.
Στη θεώρηση των Βαλκανικών πραγμάτων θα αφήσουμε συνειδητά, εκτός την Τουρκία, με την οποία θα ασχοληθούμε αυτοτελώς. Τα Βαλκάνια, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης έγιναν χώρος διαμοιρασμού ζωνών επιρροής. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, εκεί βασικά οφείλεται και όσο οι συσχετισμοί επιρροών δεν οριστικοποιούνται, τόσο οι κίνδυνοι θα παραμένουν.
Για να γίνουμε σαφέστεροι.
Τα Βαλκάνια είναι χώρος ανταγωνισμού του αγγλο-αμερικανικού παράγοντα, με το γερμανικό και με την Ρωσία, αδύναμη για την ώρα, γεωγραφικά όμως πλησίον και με ζωτικά συμφέροντα στην περιοχή, να παρακολουθεί. Είδαμε προηγουμένως, ότι η ΟΝΕ τελικά είναι πολιτική επιλογή στήριξης του Βερολίνου, το οποίο διεκδικεί, εκτός των άλλων και ζώνες επιρροής στα Βαλκάνια, δηλαδή στην περιοχή μας.
Η Ελλάδα τι έλαβε στην περιοχή της σαν αντάλλαγμα γι΄ αυτή τη στήριξη; Προφανώς, τίποτα.
Μια σώφρων πολιτική στα Βαλκάνια συνεπώς, θα πρέπει να είναι η συνέχεια επιλογών στην Ευρωπαϊκή πολιτική, η οποία ως ελληνικό αντίτιμο να έχει συγκεκριμένες αντιπαροχές στα εθνικά μας θέματα και στα Βαλκάνια.
Τις επιλογές στην Ευρωπαϊκή πολιτική τις ξέρουμε, το αντίτιμο δεν είδαμε. Δεν γνωρίζουμε τι έχει συμφωνήσει και με ποιόν η κυβέρνηση. Φοβούμαστε ότι δεν υπάρχει ούτε Βαλκανική πολιτική, όπως δεν υπάρχει και Ευρωπαϊκή. Όλα τυχαία και μοιραία.
Αν δεν κατανοήσουμε, ότι εξωτερική πολιτική γίνεται, μόνον, αν αναζητήσουμε αυτούς, με τους οποίους ταυτίζονται τα συμφέροντά μας, με τους οποίους και θα διαπραγματευτούμε το μερίδιό μας, να ξέρουμε, ότι θα γνωρίζουμε μόνο αποτυχίες.Το Σκοπιανό, για παράδειγμα, είναι σημαντικό ζήτημα, που μπορεί υπό συνθήκες, να πάρει επικίνδυνη τροπή. Ουδέποτε επιτρέπεται η Ελλάδα, να αναγνωρίσει κράτος με το όνομα Μακεδονία ή παράγωγό της. Σε άλλη περίπτωση, εκχωρεί δυνατότητες διεκδικήσεων σε βάρος του εθνικού χώρου.
Μια αναγνώριση μετρά για τους Σκοπιανούς.Η Ελληνική. Και αυτήν δεν πρέπει να την παραχωρήσουμε ποτέ.
Άλλωστε, όσο δεν αποκρυσταλλώνονται τα σύνορα στα Βαλκάνια, τόσο λιγότερο έχουμε κίνητρο να προχωρήσουμε σε δεσμεύσεις. Οι μεγάλες κινήσεις δεν έχουν ολοκληρωθεί και απέχουμε πολύ από την ολοκλήρωση.
Πάντως, θα πρέπει να έχουμε υπόψη, ότι καμιά Ελληνική Βαλκανική πολιτική δεν είναι πλήρης, χωρίς τη Ρωσική παρουσία.
Η Ρωσία αναζητεί συμμάχους και επειδή περνά δύσκολες ώρες, είναι σήμερα ο κατάλληλος χρόνος.
Αργότερα, που θα έχει ξεπεράσει τις δυσκολίες, οι όροι θα είναι επαχθέστεροι.
Ας έλθουμε τώρα στη Μεσογειακή πολιτική.
Μεσογειακή πολιτική σημαίνει βασικά τα εξής:
Σχέσεις με το Αραβικό έθνος
Σχέσεις με το Ισραήλ
Σχέσεις με τις ΗΠΑ και δευτερευόντως τη Βρετανία
Σχέσεις με το Ιράν
Σχέσεις με τη Ρωσία
Σχέσεις με τις δημοκρατίες του Καυκάσου και της Μαύρης Θάλασσας
Σχέσεις με την Τουρκία

Όλα αυτά, περιφέρονται γύρω από ένα τεράστιας σημασίας ζήτημα για την παγκόσμια οικονομία, που είναι το πετρέλαιο.
Οι ΗΠΑ, ως μόνη απομείνασα υπερδύναμη, έχουν διαφυλάξει για τον εαυτό τους το ρόλο του εγγυητή της ροής του πετρελαίου στις βιομηχανικές χώρες, σε συνδυασμό με μια δεύτερη εγγύηση, ότι θα παρέχεται σε τιμές εύλογες. Σε αντάλλαγμα κατοχυρώνουν ηγεμονική θέση στις παγκόσμιες υποθέσεις.
Η εξίσωση, ΗΠΑ ίσον πετρέλαιο, ισχύει απολύτως και επί όσο χρόνο αυτή η εξίσωση ισχύει, οι ΗΠΑ θα είναι παρούσες στη Μεσόγειο.Αυτή η μονοπωλιακή σχέση των ΗΠΑ με τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής, κάνει το ρόλο τους στην παγκόσμια οικονομία αναντικατάστατο. Βασικοί σύμμαχοι των ΗΠΑ στην περιοχή είναι το Ισραήλ και η Τουρκία.
Για το ρόλο του το Ισραήλ αμείβεται με την εγγύηση της ασφάλειάς του.
Όσον αφορά την Τουρκία η αμοιβή, επειδή δεν μπορεί να παρασχεθεί με διευκόλυνση οικονομικού ρόλου, μιας και η τουρκική οικονομία δεν έχει τέτοιες προϋποθέσεις, δίνεται με τη διασφάλιση ρόλου περιφερειακής δύναμης παραδοσιακού τύπου. Γι΄ αυτό η τουρκική εξωτερική πολιτική προς τους γείτονες είναι τύπου "πολιτικής κανονιοφόρων" του περασμένου αιώνα.
Το τουρκικό σύστημα εξουσίας και η τουρκική οικονομία δεν επιτρέπουν άλλου είδους σχέσεις.
Αυτό, έχουμε την εντύπωση, ότι δεν έχει συνειδητοποιηθεί από την ελληνική κυβέρνηση.
Σ΄ αυτό το σημείο, πρέπει να πούμε κάποιες σκέψεις για την Τουρκία, για να δούμε, τελικά, ποιος είναι ο αντίπαλος και τι έχουμε να περιμένουμε.
Η Τουρκία είναι ένα πολυεθνικό κράτος, με κατ΄ επίφαση δημοκρατία. Με τρομερές κοινωνικές ανισότητες. Με πολιτισμικό χάσμα, που χωρίζει μια μικρή δυτικόστροφη κοινωνική τάξη, από τις πολυπληθείς λαϊκές μάζες και με εντυπωσιακή γεωγραφική ανισοκατανομή της ανάπτυξης, μεταξύ της αφάνταστα καθυστερημένης Ανατολίας και της σχετικά ανεπτυγμένης Δυτικής Μικράς Ασίας.
Τολμούμε να πούμε ότι τηρουμένων των αναλογιών, η Τουρκία ευρίσκεται σήμερα στο ίδιο δίλημμα που βρέθηκε και η Σοβιετική Ένωση και που ο Γκορμπατσόφ έλυσε με τον τρόπο που γνωρίζουμε.Η Σοβιετική Ένωση ήταν μία αχανής χώρα, πολυεθνική, με αυτοκρατορικά βάρη και ένα σύστημα εξουσίας που, πέραν όλων των άλλων, που θα μπορούσε κανείς να πει, διατηρούσε την ενότητα με διάφορους ανορθόδοξους τρόπους.
Ο εκδημοκρατισμός του συστήματος, σε συνδυασμό με την παραίτηση ή την αδυναμία να φέρει τα βάρη της αυτοκρατορίας, οδήγησαν στη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.
Βέβαια, αυτό έγινε με τρόπο ειρηνικό, κάτι που είναι ιστορικά ασυνήθιστο.
Η Τουρκία διατηρείται ενωμένη μόνον κάτω από την πίεση του στρατιωτικού και διπλωματικού κατεστημένου. Γι΄ αυτό και το σύστημά της δεν μπορεί ποτέ να είναι δημοκρατικό. Δημοκρατία στην Τουρκία σημαίνει να τεθούν στο πολιτικό περιθώριο οι στρατιωτικοί και να τεθεί έτσι σε κίνδυνο η ενότητα της χώρας.
Το δόγμα του Ατατούρκ και των κληρονόμων του στρατιωτικών, ότι στην Τουρκία υπάρχουν μόνο Τούρκοι, είναι η άτυπη νομιμοποίηση της ουσιαστικής δικτατορίας που υπάρχει στην Τουρκία.
Από την άλλη πλευρά, πάλι, οι στρατιωτικοί, για να "νομιμοποιήσουν" την παραμονή τους στην εξουσία ως άρχουσα τάξη, παράγουν εθνικούς κινδύνους, για την ακεραιότητα της Τουρκίας π.χ. Κούρδοι, Έλληνες, Αρμένιοι, Σύριοι, Ιρανοί, Ρώσοι κλπ, δίνοντας στον τουρκικό λαό το αίσθημα της περικύκλωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι η Τουρκία έχει χείριστες σχέσεις με όλους τους γείτονές της.
Αυτά τα λέμε όχι για να κάνουμε ιστορικές αναλύσεις, αλλά για να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας.
Όποιος περιμένει ειρηνική συνύπαρξη με αυτήν την Τουρκία, που σήμερα υπάρχει, είναι τουλάχιστον αφελής και, όταν είναι πρωθυπουργός, είναι επικίνδυνος.
Πρέπει να συμφιλιωθούμε με τη σκέψη, ότι οι παράνομες τουρκικές διεκδικήσεις θα μας συνοδεύουν για απροσδιόριστο χρόνο. Ότι είναι στοιχείο δομικό του καθεστώτος στην Άγκυρα, ότι εξευρωπαϊσμός, άρα και εκδημοκρατισμός της Τουρκίας, σημαίνει και ενδεχόμενο διάσπασής της.
Γι΄ αυτό και το στρατιωτικό κατεστημένο της Τουρκίας ουδέποτε θα στέρξει να αποδεχθεί εξευρωπαϊσμό με τέτοιο τίμημα.Από την άλλη πλευρά γνωρίζει το στρατιωτικό κατεστημένο της Άγκυρας, ότι μια χαμένη μάχη θα σημάνει και το τέλος του, γιατί θα ανοίξει ο ασκός του Αιόλου. Γι΄ αυτό οι προκλήσεις θα εγγίζουν μόνον το κατώφλι του θερμού επεισοδίου, το οποίο η Τουρκία θα δρασκελίσει μόνον όταν είναι απόλυτα βέβαιη για το αποτέλεσμα, όπως έγινε το 1974 στην Κύπρο.
Η αποφασιστικότητα, συνεπώς, της ελληνικής πλευράς και ο σαφής καθορισμός των αδιαπραγμάτευτων θέσεών μας, δίνουν τη μεγαλύτερη εγγύηση, ότι η Τουρκία δεν θα υποστεί τον πειρασμό ή, ακόμα καλύτερα, δε θα πάρει το λαθεμένο μήνυμα, ότι και αυτή τη φορά η Ελλάδα θα υποχωρήσει.
Από τα παραπάνω συμπεραίνεται ότι η προσέγγιση του τουρκικού προβλήματος πρέπει να γίνει με συνδυασμό κινήσεων, που θα στοχεύουν στο να συνειδητοποιήσει η άλλη πλευρά, ότι η τυχοδιωκτική πολιτική της μπορεί να έχει θανατηφόρο, για το τουρκικό καθεστώς, κόστος.
Οι κινήσεις αυτές πρέπει να είναι μίγμα μέτρων διπλωματικών και αμυντικών, που να δίνουν τη μέγιστη αποτροπή.
Θα προτείνουμε ορισμένα, αρχίζοντας από το τί δεν πρέπει να κάνουμε.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι δηλώσεις του τύπου "τί θέλετε να κάνουμε, πόλεμο;", όπως αυτές του Ιανουαρίου του 1996, δίνουν το χειρότερο μήνυμα στην Άγκυρα για την ελληνική αποφασιστικότητα
Διάλογος για το αν προέχει η άμυνα της χώρας ή η σύγκλιση, δίνει σήμα στην Άγκυρα ότι υπάρχει αντικείμενο διεκδίκησης και ότι η άμυνα της χώρας δεν έχει απόλυτη προτεραιότητα
Δεν πρέπει να δείχνουμε, ότι επειγόμαστε να κλείσουμε ειρήνη με την Τουρκία. Όποιος επείγεται δίνει βάσιμα την εντύπωση, ότι είναι διατεθειμένος να κάνει υποχωρήσεις
Δεν πρέπει να αφήνουμε την εντύπωση, ότι όλα είναι διαπραγματεύσιμα

Από την άποψη αυτή, κείμενα σαν αυτό της Μαδρίτης, που αναφέρονται γενικώς σε ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της Τουρκίας, είναι ολέθρια για τα εθνικά συμφέροντα.
Ας έλθουμε τώρα στην εθνική στρατηγική, που δεν μπορεί, παρά να είναι η σύνθεση της ευρωπαϊκής, της βαλκανικής και της μεσογειακής πολιτικής μας. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, που είναι ψυχροπολεμικές, έτσι κι αλλιώς, έχουν περάσει ήδη από καιρό σε μια φάση "μαχητικής συνύπαρξης".
Αυτή η φάση, θα κρατήσει απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, επί όσο χρόνο δηλαδή θα υπάρχει αυτό το καθεστώς στην Τουρκία.
Οι Αμερικανοί και η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως αυτή εκφράζεται από το Διευθυντήριο των Βρυξελλών, προστατεύουν την Τουρκία, γιατί εκτιμούν, πως η διάλυσή της θα βλάψει τα συμφέροντά τους στην περιοχή, αποσταθεροποιώντας την προς όφελος άλλων δυνάμεων που δεν ελέγχονται.
Η Τουρκία και σήμερα είναι ο μεγάλος ασθενής της περιοχής και το τελευταίο κεφάλαιο του γνωστού ανατολικού ζητήματος.
Τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή συγκλίνουν, ή και ταυτίζονται, με συμφέροντα δυνάμεων μη φιλικών, ή ανταγωνιστικών προς τη Δύση.
Πρέπει, συνεπώς, κάθε φορά να αναζητούνται ισορροπίες, που θα συμβιβάζονται τα διαφορετικά συμφέροντα. Αυτό όμως, σημαίνει να ορίσουμε προτεραιότητες και προτεραιότητα είναι η ανάσχεση της Τουρκίας. Επιδιώκουμε ισόρροπες σχέσεις με τις Η.Π.Α., τη Γερμανία, τη Ρωσία, την Κίνα και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι ισόρροπες αυτές σχέσεις δεν πρέπει να διακυβεύονται για καμιά "κοινή εξωτερική πολιτική" εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως αναπτύξαμε και πριν, το Ευρωπαϊκό μέλλον είναι ακόμα ασαφές.
Η σύνεση, λοιπόν, απαιτεί να περιμένουμε την ολοκλήρωση της νέας ισορροπίας, προτού σπεύσουμε σε θυσίες και παραχωρήσεις, στο όνομα μιας "ευρωπαϊκής προοπτικής", αγνώστου ή και ανυπάρκτου περιεχομένου, προς την οποία μας εξωθούν επίμονα οι εντός των τειχών "Ευρωπαϊστές".
Δεν παραιτούμαστε από την αρχή της ομοφωνίας εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, έναντι οιουδήποτε τιμήματος, όπως και δεν ενδίδουμε σε θέματα εθνικής κυριαρχίας.Θα πρέπει να οικοδομήσουμε στέρεες και μακράς πνοής φιλίες, που θα περικυκλώνουν την Τουρκία, όπως με το Ιράν, τις χώρες του Καυκάσου, το Ιράκ, μόλις ομαλοποιηθούν τα πράγματα, τη Συρία, τις χώρες της Μαύρης Θάλασσας.Στο πλέγμα αυτό των σχέσεων και για λόγους ισορροπίας, θα απαιτηθούν προσεγμένες σχέσεις εμπιστοσύνης με το Ισραήλ, βασικό στοιχείο στο Μεσανατολικό πλέγμα σχέσεων.
Η πολιτική αυτή θα πρέπει αναγκαστικά να εξελίσσεται μέσα από αντιθέσεις και αντιφάσεις, αλλά είναι αναγκαία στρατηγική επιλογή.
Δεν κλείνουμε κανένα μέτωπο με την Τουρκία, τα αφήνουμε όλα ανοικτά, συνειδητά, στον βαθμό που δεν μας επιτρέπει ο διεθνής συσχετισμός δυνάμεων να τα λύσουμε ευνοϊκά για μας.
Η ύπαρξη αυτών των μετώπων, θα λειτουργεί σαν πρόσθετη παρενόχληση για την Τουρκία.
Οι ΕΘΝΙΚΕΣ επιλογές δε συμβιβάζονται με μαλθακότητα, καλοπέραση και "κοσμοπολίτικους εκσυγχρονισμούς".
Αυτά είναι συνταγή καταστροφής σε έναν κόσμο που έχει γυρίσει ανάποδα.
Το Κυπριακό, για παράδειγμα.Το κουβαλάμε σαράντα χρόνια.
Θα το κουβαλήσουμε άλλα τόσα ή όσα χρειάζονται, μέχρι να μπορέσουμε να το λύσουμε κατά τρόπο δίκαιο και εθνικά ασφαλή.
Όποιος κλείσει το Κυπριακό, με βάση τις "ιδέες" που ακούγονται τον τελευταίο καιρό και αποτελούν σχέδιο συνομοσπονδίας, να είναι έτοιμος να συζητήσει από την επόμενη ημέρα τη Θράκη και το Αιγαίο και να είναι βέβαιος, ότι έχει εξασφαλίσει μια μελανή σελίδα στην ιστορία του Ελληνικού Έθνους.Εκτός, όμως, από τη μελανή σελίδα στην ιστορία, θα ζητηθούν και θα επιμεριστούν ευθύνες και σήμερα.
Δεν αντέχουμε σε άλλη εθνική υποχώρηση. Στα Βαλκάνια, θα πρέπει να οικοδομήσουμε σχέσεις εμπιστοσύνης, προνομιακές θα έλεγα με τη Νέα Γιουγκοσλαβία, τη Βουλγαρία και την Αλβανία.
Δεν πρέπει να επιστρέψουμε, οι άριστες σχέσεις με τη φίλη Σερβία να παρεξηγηθούν και να ερμηνευτούν, ότι στρέφονται κατά της Βουλγαρίας και της Αλβανίας. Στον δύσπιστο κόσμο των Βαλκανίων, τέτοιες παρεξηγήσεις, είναι μοιραίες.
Στόχος μας, όσον εξαρτάται από μας, η σταθεροποίηση στα βόρεια σύνορά μας, έτσι ώστε να ελαχιστοποιούνται οι δυνατότητες έξωθεν παρεμβάσεων.
Η σταθεροποίηση, ταυτόχρονα με την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής, για την οποία πρέπει, σε ότι μας αφορά, να κάνουμε το μέγιστο δυνατόν, είναι η εγγύηση, ότι και στα ανατολικά σύνορα θα ληφθεί το μήνυμα.
Αλλά και αν δε ληφθεί, η τουρκική πρόκληση θα αντιμετωπιστεί τότε με άλλους όρους.
Το πρόβλημα των Σκοπίων είναι τμήμα αυτής της πολιτικής σταθεροποίησης.Αυτό, θα πρέπει να λυθεί στα πλαίσια των σχέσεων εμπιστοσύνης, που θα οικοδομούνται με την Αλβανία, τη Νέα Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία.
Θα πρέπει να συμφωνήσουμε με τις χώρες αυτές, ότι δεν πρέπει να επιτραπεί σ΄ αυτό το κράτος να τινάζει στον αέρα την περιοχή με ένα ρόλο ταραξία ή αποσταθεροποιητή.
Θα εγγυηθούμε, όλα τα γειτονικά του κράτη, την ύπαρξή του και τα σύνορα του και θα είναι η διαχωριστική ζώνη μεταξύ μας.
Ασφαλώς και δεν θα αναγνωρίσουμε το κράτος αυτό με το όνομα Μακεδονία ή παράγωγά του.
Άλλωστε, αν του αφαιρεθεί ή δυνατότητα άσκησης ρόλου "κράτους προβοκάτορα", σε συνδυασμό με την αναγνώριση της ύπαρξής του και των συνόρων του, αναιρείται και η σκοπιμότητα επιμονής των Σκοπιανών στο όνομα.
Θα αρκεστούν να διαχειρίζονται το κράτος, που έχουν φτιάξει.
Με τα προηγούμενα, δώσαμε το περίγραμμα μιας εθνικής στρατηγικής, για την αντιμετώπιση της βαλκανικής κρίσης.Είναι αυτονόητο, πως η στρατηγική αυτή έχει το κόστος της, όπως άλλωστε και κάθε άλλη.
Είναι, όμως, η μόνη που εγγυάται ασφαλή και αξιοπρεπή διέλευση από τις συμπληγάδες του καιρού μας.
Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι.
Έθνη, που δεν είναι διατεθειμένα να αγωνιστούν, να είναι έτοιμα για τον ρόλο υπηρέτη αυτών που διεκδικούν και αγωνίζονται, γι΄ αυτό, που καλώς ή κακώς θεωρούν υπόθεσή τους.
Έτσι ήταν πάντα, έτσι είναι και σήμερα και μη σπεύσει κανείς αιθεροβάμων ευρωπαϊστής, να μας πει, ότι οι άνθρωποι αλλάζουν και ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα υπερασπίσει τα δίκαιά μας και τα σύνορά μας.Άλλωστε, μια γρήγορη ματιά στον κόσμο γύρω μας, θα μας αφυπνίσει, όσους τουλάχιστον θέλουν να αφυπνισθούν.
Όπως είναι γνωστό, η Ελλάδα, μέχρι τον Αύγουστο του 1974, που αποχώρησε από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, είχε τη θαλάσσια και εναέρια ευθύνη του Αιγαίου, μέχρι τα ελληνοτουρκικά θαλάσσια σύνορα, δηλαδή τα όρια του FIR Αθηνών.
Τα ελληνοτουρκικά θαλάσσια σύνορα προέκυψαν από τη συνθήκη της Λοζάννης, όπου ρητά αναφέρεται ότι η Τουρκία παραιτείται παντός δικαιώματος πέραν των 3 ναυτικών μιλίων από τις ακτές της.
Τα σύνορα αυτά εμφανίζονται σαφώς και σε παλαιότερους τουρκικούς χάρτες και φυσικά και στους νατοϊκούς χάρτες.
Η περιοχή εναέριας ευθύνης της Ελλάδας στο Αιγαίο, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, ίσχυε μέχρι τον Αύγουστο του 1974.
Όπως επίσης είναι γνωστό, η επανένταξη της Ελλάδας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ προσέκρουσε στην τουρκική αξίωση να αλλάξουν τα όρια του επιχειρησιακού ελέγχου της Ελλάδας στο Αιγαίο.
Το ΝΑΤΟ υποδαύλισε τις απαιτήσεις της Τουρκίας, για να ασκήσει εκβιασμό στην Ελλάδα να επιστρέψει, αλλά κυρίως στη βάση μακροπρόθεσμης Νατοϊκής στρατηγικής επιδίωξης για διχοτόμηση του Αιγαίου (δόγμα Σόφλι).
Τον Οκτώβριο του 1980 η Ελλάδα επανήλθε στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, χωρίς όμως να καθοριστούν τα όρια επιχειρησιακής της ευθύνης στο Αιγαίο (Σχέδιο Ρότζερς).
Τα δε Νατοϊκά στρατηγεία της Λάρισας (χερσαίο και αεροπορικό) δεν ενεργοποιήθηκαν, παρόλη την επιστροφή, καθώς η Ελλάδα απαιτούσε να προσδιορισθούν, ως όρια επιχειρησιακής της ευθύνης, τα όρια του FIR Αθηνών, η δε Τουρκία έθετε σε αυτό βέτο.
Η κατάσταση αυτή διαιωνίστηκε μέχρι τον Δεκέμβριο του 1992.
Τον Δεκέμβριο του 1992, στη Σύνοδο των Υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ, η τότε ελληνική κυβέρνηση (Μητσοτάκης-Υπ. Άμυνας Βαρβιτσιώτης) συμφώνησε στη δημιουργία νέας δομής στη Νοτιοανατολική του πτέρυγα, η οποία συνίσταται στη διαμόρφωση ενιαίου αμυντικού χώρου Ελλάδας-Τουρκίας στο Αιγαίο, στο πλαίσιο του οποίου δεν προσδιορίζονται όρια επιχειρησιακής ευθύνης των εκατέρωθεν στρατηγείων.
Αυτό σημαίνει ότι:
Η Ελλάδα δε θα έχει τη θαλάσσια και εναέρια επιχειρησιακή ευθύνη του Αιγαίου
Δεν γίνεται σεβαστή η αρχή της ενότητας του αμυντικού χώρου του ηπειρωτικού κορμού της Ελλάδας με τα νησιά της, όταν μάλιστα εμπίπτει στα νόμιμα κυριαρχικά της δικαιώματα, η επέκταση των χωρικών της υδάτων στα 12 ν.μ
Η επιχειρησιακή ευθύνη του Αιγαίου αναλαμβάνεται από Νατοϊκή Διοίκηση, η οποία δε θα εδρεύει σε ελληνικό έδαφος και δε θα διοικείται από Έλληνες αξιωματικούς.Η Νατοϊκή διοίκηση, με έδρα τη Νεάπολη, θα αναθέτει την επιχειρησιακή ευθύνη του Αιγαίου κατά περίπτωση και κατά βούληση στην Ελλάδα ή την Τουρκία
Είναι φανερό, ότι η ρύθμιση αυτή οδηγεί σε στρατιωτική συναρμοδιότητα Ελλάδας-Τουρκίας στο Αιγαίο και αποκόπτει τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου από τον υπόλοιπο αμυντικό κορμό της χώρας.
Διευκολύνει, παράλληλα, τον πάγιο πολιτικό στόχο της Τουρκίας για ανατροπή του status quo του Αρχιπελάγους.
Είναι φανερό ότι η στρατιωτική συναρμοδιότητα Ελλάδας-Τουρκίας στο Αιγαίο ανοίγει το δρόμο και για την πολιτική του διχοτόμηση και ένταξη των Ανατολικών νησιών του στη σφαίρα επιρροής της Τουρκίας σε πρώτη φάση και ενδεχομένως, στην πλήρη κυριαρχία επ΄ αυτών σε επόμενο στάδιο.
Στο πλαίσιο της νέας ρύθμισης αποφασίσθηκε να προωθηθεί η ίδρυση και λειτουργία των δύο Νατοϊκών στρατηγείων της Λάρισας, χερσαίου και αεροπορικού.Στο πλαίσιο της νέας δομής, τα αεροπορικά και ναυτικά στρατηγεία της Νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ υποβιβάστηκαν σε υποστρατηγεία, δηλαδή σε στρατηγεία υποταγμένα στη Νατοϊκή διοίκηση, με έδρα τη Νεάπολη.
Οι λεπτομέρειες της νέας δομής διοίκησης των αεροπορικών υποστρατηγείων Ελλάδας και Τουρκίας παραπέμφθηκαν σε διμερείς ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις, σε επίπεδο επιτελών αεροπορίας, οι οποίες κρατήθηκαν εκατέρωθεν μυστικές.
Σύμφωνα με όσα διέρρευσαν στον Τύπο, οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν σε αδιέξοδο, λόγω της προβολής από την Τουρκία παράλογων αξιώσεων, ακόμα και σε αυτό το νέο Νατοϊκό πλαίσιο, για το οποίο είχε φυσικά πανηγυρίσει.
Η Τουρκία, προκειμένου να πιέσει την Ελλάδα σε περαιτέρω υποχωρήσεις, μπλόκαρε στη συνέχεια (Νοέμβριος 1993) με βέτο την ίδρυση των υποστρατηγείων της Λάρισας.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ενώ αρχικά ήταν ριζικά αντίθετη με την ίδρυση των υποστρατηγείων υπ΄ αυτούς τους όρους και πάγωσε τις σχετικές διαπραγματεύσεις, γρήγορα υπαναχώρησε και τον Δεκέμβριο του 1993, στη σύνοδο των Υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ, συμφώνησε να αρχίσει νέος γύρος Νατοϊκών διαπραγματεύσεων, σχετικά με το θέμα.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η Τουρκία εξακολουθούσε να προβάλλει βέτο στην ίδρυση των υποστρατηγείων της Λάρισας, με αποτέλεσμα να εκκρεμεί η όλη Νατοϊκή ρύθμιση.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Τουρκία, προκειμένου να συγκατατεθεί στην ίδρυση των υποστρατηγείων, απαιτούσε, υποστηριζόμενη από το ΝΑΤΟ, να παραιτηθεί η Ελλάδα από το δικαίωμά της για επέκταση των χωρικών της υδάτων στα 12 ν.μ.
Περί τα τέλη του 1996, η Τουρκία πρόβαλε και νέα διεκδίκηση.
Απαιτούσε ένα από τα στρατηγεία της Νεαπόλεως, το αεροπορικό, να εγκατασταθεί σε τουρκικό έδαφος.
Επειδή φάνηκε, ότι και σε αυτή τη νέα της απαίτηση η Τουρκία έβρισκε υποστήριξη από ορισμένες Νατοϊκές χώρες, η Ελλάδα απείλησε, ότι σε αυτή την περίπτωση θα ασκούσε βέτο.
Στην άτυπη σύνοδο των Υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ, η οποία συνήλθε στις αρχές Οκτωβρίου 1997 στο Μάαστριχτ, ήρθησαν οι τουρκικές αντιρρήσεις και επήλθε η συμφωνία ενεργοποίησης των υποστρατηγείων της Λάρισας, με τους όρους της συμφωνίας του 1992, όπως επιβεβαιώθηκε από την απάντηση που έδωσε η κυβέρνηση στην ερώτηση του κ. Πεπονή.
Ισχύουν, κατά συνέπεια, οι επισημάνσεις που έγιναν παραπάνω, σε σχέση με τη συμφωνία του 1992.
Τίθεται πλέον το ερώτημα: Μήπως η Τουρκία έλαβε, έμμεση έστω, διαβεβαίωση για παραίτηση της Ελλάδας από το δικαίωμα για τα 12 ν.μ.;
Δεν είναι το σχετικό σημείο της συμφωνίας της Μαδρίτης έμμεση παραίτηση;
Είναι προφανές, ότι καμία ελληνική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να αναλάβει το πολιτικό κόστος μιας ρητής παραίτησης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η οριστική απόφαση για την ενεργοποίηση της νέας δομής του ΝΑΤΟ στη Νοτιοανατολική πτέρυγα, θα παρθεί τον προσεχή Δεκέμβριο, στην τακτική Σύνοδο των Υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ.
Η χώρα μας δε θα πρέπει να δεχτεί την συνευθύνη του επιχειρησιακού ελέγχου στο Αιγαίο, γιατί αυτό, θα είναι λύση βλαπτική για τα εθνικά μας συμφέροντα και οδηγεί σε παραχώρηση κυριαρχικών μας δικαιωμάτων στην περιοχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΙΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

ΡΟΔΟΣυλλέκτης: http://rokar-rokar.blogspot.gr

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: http://rouvim.blogspot.com/

ΚΡΗΤΗΝΙΑ: http://www.kritinia.gr/

ΙΣΤΡΙΟΣ: http://istrio.blogspot.com/

ΣΟΡΩΝΗ: http://www.ampernalli.gr/

Dj news: http://fanenos.blogspot.com/

ΠΑΛΜΟΣ: http://www.palmos-fm.gr/

ΕΚΟΦΙΛΜ: http://www.ecofilms.gr/

ΡΑΔΙΟ1: http://www.radio1.gr/

ΡΟΔΟΣυλλέκτης: http://www.rodosillektis.com/

Η Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Ρόδου: http://opsrodou.gr/

ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ: http://www.hamogelo.gr

Ιστοσελίδα του ΡΟΔΟΣυλλέκτη: http://www.rodosillektis.com/

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ: http://www.pnai.gov.gr

ΔΗΜΟΣ ΡΟΔΟΥ: http://www.rodos.gr/el/